Η κριτική ως θεμέλιο της δημοκρατίας:
η συμβολή του Γιούργκεν Χάμπερμας

Η Καθημερινή - 25 Μαρτίου 2026

Της Αναστασίας Μαρινοπούλου
Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, Εμανουέλ Μακρόν και Γιούργκεν Χάμπερμας σε εκδήλωση για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τον Μάρτιο του 2017, στο Βερολίνο.

Συγκαταλέγομαι στους ιδιαίτερα προνομιούχους ανθρώπους οι οποίοι συνεργάστηκαν με τον Γιούργκεν Χάμπερμας. Ας μου επιτραπεί να ξεκινήσω με μια προσωπική παρατήρηση: τόσο η γενναιοδωρία του, σε θέματα ερευνητικά και ακαδημαϊκά, όσο και η προσωπική ευγένεια και υποστήριξη προς νέους επιστήμονες ήταν παροιμιώδεις και ανάλογες της εμβρίθειας και του διαμετρήματος του έργου του. Τις καταμαρτυρούν άλλωστε ένας μεγάλος αριθμός επιστημόνων σε όλη την υφήλιο οι οποίοι τον γνώρισαν και ασχολήθηκαν με την κριτική θεωρία, τις ευρωπαϊκές σπουδές και τη σύγχρονη φιλοσοφία.

Ο Χάμπερμας υπήρξε ο φιλόσοφος και ο δημόσιος διανοούμενος που προέτρεψε τη μεταπολεμική Ευρώπη να επικεντρωθεί σε δύο πράγματα: πρώτον, να τολμάει να σκέπτεται, δηλαδή να ασκεί κριτική (κατά το πρόταγμα του Διαφωτισμού), και, δεύτερον, να τολμάει περισσότερη δημοκρατία.

Σε μια σειρά από μνημειώδη κείμενα από τη δεκαετία του ’50 έως τον θάνατό του υποστήριξε με τεκμηριωμένα επιχειρήματα ότι η δημοκρατία βασίζεται όχι μόνο στην επίκληση της δικαιοσύνης, αλλά και στην απονομή της. Ως ακαδημαϊκός και φιλόσοφος, «χωροθέτησε» τα σύγχρονα κοινοβουλευτικά καθεστώτα εντός ενός συστήματος θεσμοθετημένου διαλόγου όπου ο διάλογος δεν συνιστά τη «βιτρίνα» της δημοκρατίας, δεν είναι προσχηματικός και δεν συντελεί στη «ρυθμιστική δημοκρατία» όπου απλώς και επιφανειακά διευθετούνται μερικά ζητήματα αλλά οι διεκδικήσεις των πολιτών, όπως και το αίσθημα ανομίας και αδικίας, αποσιωπώνται ή παραγνωρίζονται. Γι’ αυτό υπήρξε αδήριτος ως προς τη λειτουργία των θεσμών με βάση τη συμπερίληψη της πολιτικής δημόσιας σφαίρας, την επικοινωνιακή πράξη εκ μέρους των πολιτών και την υιοθέτηση συγκεκριμένων προϋποθέσεων διαλόγου όπου ο διάλογος και τα αντιθετικά επιχειρήματα λαμβάνουν θεσμική μορφή. Η δημοκρατία, άλλωστε, είναι η συμπερίληψη των αντιθέσεων, του διαλόγου και των διαφωνιών.

Διακρινόταν για μια εξαιρετικά ανεπτυγμένη παρρησία και ικανότητα κριτικής αποτίμησης, των οποίων το τίμημα πλήρωσε πολλές φορές πολύ ακριβά. Δεν εξομάλυνε και δεν ωραιοποιούσε τη «γωνιώδη» κριτική του και, κυρίως, δεν τη στόχευσε μόνο προς τους πολεμίους αλλά εξίσου και προς τους ακαδημαϊκούς και πολιτικούς συνοδοιπόρους και συνεργάτες. Η κριτική του διατηρούσε πάντοτε ένα σταθερό ποιοτικό χαρακτηριστικό: η οξύτητα των επιχειρημάτων του στρεφόταν προς τις πολιτικές και ακαδημαϊκές ελίτ, προς όσους κατείχαν ανώτερες θέσεις στην ιεραρχία της εξουσίας –με άλλα λόγια, προς τους κρατούντες και προς όσους βρίσκονταν σε ανώτερη ιεραρχικά θέση από τον ίδιο– και ποτέ προς εκείνους που βρίσκονταν χαμηλά στην κοινωνική ή πολιτική κλίμακα. Ηταν πάντοτε φύσει και θέσει δημοκράτης.

Ως δημόσιος διανοούμενος πλήρωσε με μεγάλο τίμημα την παρρησία του, την έλλειψη κολακειών και τις ισχυρές θέσεις του. Απαιτούσε από τους ομοτέχνους του να μιλούν με επιχειρήματα και όχι με προπαγανδιστικά συνθήματα. Εκρουσε με μεγάλο σθένος τον κώδωνα κινδύνου στην Ευρωπαϊκή Ενωση (Ε.Ε.) όταν έγραψε πως η Ε.Ε. αναγνωρίζει το σημείο το οποίο δεν έχει επιστροφή μόνο όταν είναι πολύ αργά, και υπήρξε το ίδιο δηκτικός και ακραιφνής στις δημόσιες παρεμβάσεις του για την ελληνική κρίση: έστρεψε την κριτική του στην ανεπάρκεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των εκπροσώπων της να διασφαλίσουν τη δημοκρατική νομιμοποίηση των αποφάσεών τους και στην επικινδυνότητα των τεχνοκρατικών αποφάσεων εις βάρος της πολιτικής και οικονομικής ενοποίησης.

Μια συμβολή του από τις καίριες ήταν η επίμονη παρέμβασή του ως προς την επεξεργασία του παρελθόντος της Γερμανίας, κατά τη «διαμάχη των ιστορικών». Αρνήθηκε σθεναρά τη σχετικοποίηση της συλλογικής ευθύνης της γερμανικής κοινωνίας ως προς την άνοδο του ναζισμού. Στη «διαμάχη των ιστορικών», το 1986, η οποία μετεξελίχθηκε σε σφοδρή αντιπαράθεση ανάμεσα στον Χάμπερμας και σε ομάδα ιστορικών, οι οποίοι σχετικοποιούσαν τον ναζισμό και το Ολοκαύτωμα θεωρώντας τα συγκρίσιμα ιστορικά φαινόμενα με άλλες εποχές και πολιτικές, ο Χάμπερμας δεν απέφυγε τη σύγκρουση. Θεώρησε πως το πραγματικό διακύβευμα δεν ήταν τόσο το ιστορικό παρελθόν όσο η συλλογική ευθύνη και η ταυτότητα της γερμανικής κοινωνίας κατά το παρόν.

Αρνήθηκε την κανονικοποίηση του ναζιστικού παρελθόντος και την επαναφορά μιας μορφής «εθνικής υπερηφάνειας» στο πολιτικό προσκήνιο, και κατά την εντυπωσιακή διατύπωσή του «[οι εν λόγω αντιλήψεις] συνετρίβησαν μέσα στους θαλάμους αερίων». Σταθερά υποστήριξε πως η μόνη μορφή πολιτικής ταυτότητας της γερμανικής κοινωνίας αφορούσε τους δημοκρατικούς θεσμούς και την παγίωση δημοκρατικών διαδικασιών, οι οποίες προέρχονται από τις δημοκρατικές αξίες που υιοθετήθηκαν μεταπολεμικά τόσο στη Γερμανία όσο και στην Ε.Ε. Στο προηγούμενο πλαίσιο, ο Χάμπερμας αντιπρότεινε τον πολιτειακό πατριωτισμό ως την κεντρική πολιτική αξία της μεταπολεμικής Ευρώπης, δηλαδή τη θεσμική διασφάλιση της συμμετοχής και της αντιπροσώπευσης του πολίτη και της δημόσιας σφαίρας εντός των θεσμών, καθώς και τη λογοδοσία των ίδιων των θεσμών. 

Είχα τη χαρά και την τιμή να μεταφράσω στην ελληνική γλώσσα τα δύο τελευταία κείμενά του. Το πρώτο δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2025 και εστιαζόταν στο κριτικό επιχείρημα πως όταν οι θεσμοί έχουν καταστραφεί, όπως αποπειράται η ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών κατά τη δεύτερη θητεία Τραμπ, δεν μπορούν απλώς να επιδιορθωθούν και πως η νέας κοπής αυταρχική διακυβέρνηση αποτελεί έναν αναδυόμενο κίνδυνο για την ίδια τη δημοκρατία. Το δεύτερο κείμενο, τον Δεκέμβριο του 2025, επικεντρωνόταν και πάλι στην ανάδυση μιας νέας μορφής αυταρχισμού, η οποία βασίζεται στη δειλία μιας κοινωνίας πολιτών να αντισταθεί και της Ευρωπαϊκής Ενωσης να προωθήσει την πολιτική ενοποίηση.

Οι δημόσιες παρεμβάσεις του Χάμπερμας δεν ήταν ποτέ ανώδυνες, επιφανειακές και κολακευτικές για κανέναν. Αποτελούσαν, όμως, ανεξαιρέτως ένα επιχείρημα υπέρ της δημοκρατίας παρά την πολεμική την οποία προκαλούσαν και η οποία σχεδόν πάντοτε ήταν ανακριβής, αλλά και ανάλογη της οξύτητας της δικής του κριτικής. Ο Γιούργκεν Χάμπερμας αποτέλεσε, όπως και για εμένα, ένα «μεγάλο σχολείο» για πολλές γενιές επιστημόνων, ερευνητών, πολιτικών και πολιτών. Το πέτυχε με το να τολμήσει να επεκτείνει το πρόταγμα του Διαφωτισμού στην κριτική της δημοκρατίας. Ο Χάμπερμας τεκμηρίωσε και θεμελίωσε την κανονιστικότητα της δημοκρατίας: την επιταγή εδραίωσης του κράτους δικαίου, την αναγκαιότητα αξιών, αντίστοιχων θεσμικών διαδικασιών, δικαιωμάτων και ελευθεριών, τα οποία πρέπει να κατοχυρώνονται τόσο εντός του εθνικού κράτους όσο και στο επίπεδο της υπερεθνικής πολιτικής της Ε.Ε.

Ο θάνατός του σηματοδοτεί μια νέα εποχή, όπου τα προηγούμενα κανονιστικά προτάγματα βρίσκονται σε στρατηγική υποχώρηση και η οποία φαίνεται να μην μπορεί, πολιτικά και κοινωνικά, να ανασχεθεί.